Κύπρος

Eurostat: “Μεγάλη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στην Κύπρο λόγω Covid”

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η Κύπρος ήταν μεταξύ των κορυφαίων χωρών της ΕΕ με τη μεγαλύτερη μείωση τόσο στην πρωτογενή όσο και στην τελική κατανάλωση ενέργειας, σύμφωνα με τη Eurostat.

Σε σύγκριση με τον μέσο όρο του 2017-2019, η κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας μειώθηκε σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, κυρίως λόγω των περιορισμών που επιβλήθηκαν για τον περιορισμό της εξάπλωσης του COVID-19.

Η κατανάλωση ενέργειας στην ΕΕ το 2020 έφτασε στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1990 ,το πρώτο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, γεγονός που εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τις επιπτώσεις της πανδημίας.

Κορυφώθηκε το 2006 όταν η κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας ήταν 15,1% πάνω από τον στόχο μείωσης του 2020 και η τελική κατανάλωση ενέργειας ήταν 9,0% πάνω από τον στόχο του 2020.

Σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 2017-2019, η κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας μειώθηκε κατά 9,9% σε επίπεδο ΕΕ και η κατανάλωση τελικής ενέργειας κατά 8,4%.

Ένα σημαντικό μέρος αυτής της απότομης πτώσης οφείλεται στα lockdown που σχετίζονται με τον COVID-19.

Κατά τη σύγκριση του μέσου όρου 2017-2019, η κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας μειώθηκε σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.

Οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφηκαν στην Εσθονία (21,2%), ακολουθούμενη από την Ισπανία (14,8%) και την Κύπρο (13,4%), ενώ η Λιθουανία (0,7%), η Ουγγαρία (2,5%) και η Ρουμανία (4,5%) κατέγραψαν τις μικρότερες μειώσεις.

Η ίδια γενική πτώση καταγράφηκε στην τελική κατανάλωση ενέργειας σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 2017-2019.

Οι μεγαλύτερες πτώσεις καταγράφηκαν στη Μάλτα (17,4%), στην Κύπρο (15,9%) και στην Ισπανία (14,2%) και τη μικρότερη στη Ρουμανία (0,3%), στην Ουγγαρία (2,9%) και στη Σουηδία (2,9%).

Συνολικά το 2020, η κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας στην ΕΕ μειώθηκε απότομα σε 1.236 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου πετρελαίου (Mtoe), ποσοστό που είναι 5,8% καλύτερο από τον στόχο απόδοσης για το 2020, ξεπερνώντας έτσι σαφώς τις επιδόσεις του.

Ωστόσο, αυτό εξακολουθεί να απέχει 9,6% από τον στόχο του 2030, πράγμα που σημαίνει ότι οι προσπάθειες για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας πρέπει να διατηρηθούν τα επόμενα χρόνια.