Εθνικά Θέματα

Εν μέσω δύο σημαντικών συμφωνιών για την Ελλάδα και τη Δύση – Ισραηλινός Πρέσβης στην Κύπρο: “Μπορούμε να βοηθήσουμε στην Άμυνα”

Η αναβάθμιση των σχέσεων και η διεύρυνση της συνεργασίας μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ, αποτελεί μια συνεχή διαδικασία και ο Όρεν Ανόλικ, στοχεύει να εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση. Ο ίδιος δηλώνει με σαφήνεια πως «πάντα υπάρχει περιθώριο βελτίωσης». Στην πρώτη του συνέντευξη, αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο νέος πρέσβης του Ισραήλ, μιλά  για όλο το φάσμα των διμερών σχέσεων και τους τομείς στους οποίους οι δύο χώρες, θα μπορούσαν να αναπτύξουν ακόμα περισσότερο τη μεταξύ τους συνεργασία.

Ένα από θέματα που εισήλθαν προσφάτως στη σφαίρα των συζητήσεων και αναλύσεων – σ’ ότι αφορά τις διμερείς σχέσεις – είναι και το ενδεχόμενο ενίσχυσης της αμυντικής δυνατότητας της Κύπρου, με την απόκτηση ισραηλινών μέσων. Το ερώτημα είναι, εάν στο πλαίσιο της συνεργασίας των δύο χωρών σε θέματα άμυνας/ασφάλειας, θα μπορούσε το Ισραήλ, να βοηθήσει την Κύπρο σε αναβάθμιση της αμυντικής της ικανότητας.

Ο Όρεν Ανόλικ, ξεκαθάρισε πως «η Κύπρος έχει τη δική της πολιτική στα θέματα άμυνας και ασφάλειας» όπως και «το Ισραήλ έχει δική του», ανέφερε πως η χώρα του «είναι σε θέση να βοηθήσει άλλες χώρες, να ενισχύσουν την αμυντική τους ισχύ, παρέχοντας τεχνογνωσία και τεχνολογία, εκπαίδευση και αμυντικό εξοπλισμό». Σημείωσε πως το Ισραήλ, μπορεί να μοιραστεί τις εμπειρίες του με άλλα κράτη, και «η Κύπρος είναι μια φίλη χώρα με την οποία μπορεί» να μοιραστεί αυτές τις εμπειρίες.

Εν τω μεταξύ μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, η ελληνική διπλωματία επιτυγχάνει την κύρωση δύο σημαντικών συμφωνιών. Από τη μια, η ελληνογαλλική συμφωνία που εμπεριέχει την ουσιαστική ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού της χώρας, με την αγορά φρεγατών τύπου FDI από τη γαλλική εταιρεία Naval αλλά και την αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης από τρίτο. Από την άλλη, η υπογραφή του τροποποιητικού πρωτοκόλλου της Πενταετούς Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας και ΗΠΑ, που επικεντρώνεται, σε μια σειρά νέων επενδύσεων του αμερικανικού Πενταγώνου σε Αλεξανδρούπολη, Λάρισα, Στεφανοβίκειο και Σούδα, σε περιοχές δηλαδή με αυξημένη στρατηγική υπεραξία τόσο για την Ελλάδα όσο και για τις ΗΠΑ.

Οι δύο συμφωνίες φαινομενικά ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία, αλλά στην πραγματικότητα αντανακλούν, τα νέα στρατηγικά δεδομένα στην περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ευρύτερα, επομένως διεγείρουν το ενδιαφέρον περισσότερων παραγόντων εκτός των άμεσα εμπλεκόμενων μερών. H εκλογή Μπάιντεν και η άφιξη Μπλίνκεν στο υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, ήρθαν να τοποθετήσουν το στρατηγικό δόγμα Ομπάμα, περί της μεταφοράς του αμερικανικού ενδιαφέροντος στον Ειρηνικό Ωκεανό, με ειδικά σημεία τομής τη Νότιο και την Ανατολική Κινεζική Θάλασσα, σε τροχιά εφαρμογής.

Οι ΗΠΑ ως ένα κατεξοχήν ρεαλιστικό κράτος, σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής γνωρίζουν, ότι έπειτα από μία εικοσαετία κολοσσιαίων δαπανών σε Αφγανιστάν, Ιράκ, και όχι μόνο, και μια συστημική οικονομική κρίση το 2008, τα φορτία φθοράς που έχουν προκαλέσει στις υποδομές τους λόγω των υψηλών γεωστρατηγικών τριβών, είναι πλέον ανυπέρβλητα. Επαναξιολογούν λοιπόν τα δεδομένα και γίνονται επιλεκτικότερες διεθνώς. Η Μεσόγειος, συνεχίζει να αποτελεί για τις ΗΠΑ χώρο με έντονους συμβολισμούς, αλλά και υπαρκτά γεωστρατηγικά και γεωενεργειακά θέματα. Το νέο Πενταετές Ελληνοαμερικανικό Σύμφωνο, αναδεικνύει τη διάθεση της Ουάσιγκτον, διατήρησης της υψηλής εποπτείας στην περιοχή, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί και ως μήνυμα έμμεσης αποτροπής (indirect approach) προς την Άγκυρα. Κάποιοι εκφράζουν δυσαρέσκεια, για το ότι οι ΗΠΑ, δείχνουν μη διάθεση άμεσης εμπλοκής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο.