Κοινωνία

Β. Στεφανάκος: Oι χρυσές μπίζνες του σκληρού της νύχτας!

Ο Βασίλης Στεφανάκος, που εκτελέστηκε αργά το απόγευμα με 15 σφαίρες από ΑΚ-47 Καλάσνικοφ, ήταν γνωστός στα στέκια της νύχτας πέραν των άλλων ως δεινός επειχηρηματίας που κέρδιζε πάνω από 15.000.000 ευρώ το χρόνο. Δεν ήταν λίγες οι φορές μάλιστα που κατηγορούσε εμμέσως τις διωκτικές αρχές γιατί μετά τη σύλληψή του οι δουλειές του είχαν φθίνουσα πορεία και εξαιτίας τους βρέθηκε στο «στόχαστρο» αντεκδικητών, οι οποίοι οργάνωναν βομβιστικές επιθέσεις σε βάρος των επιχειρήσεών του.

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις του Βασίλη Στεφανάκου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, υπήρξαν ιδιαίτερα κερδοφόρες και με συνεργάτες πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης του (συγγενικά), δραστηριοποιούνταν στο χώρο της νύχτας και στην εμπορία αυτοκινήτων. Αυτά προκύπτουν από την τρίωρη απολογία του μέσα από τις φυλακές της Λάρισας ενώπιον της Χαρίκλειας Ηλιοπούλου, στην οποία αρνήθηκε την αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία της συμμετοχής στο νέο συνδικάτο του εγκλήματος, με φερόμενο ως αρχηγό τον Παναγιώτη Βλαστό.

«Από το 1984 μέχρι το 2002 διατηρούσα επιχειρήσεις συσταθείσες υπό εμού και με συμμετοχή μόνο ατόμων της οικογένειάς μου. Οι εταιρείες αυτές ήταν επιχειρήσεις εμπορίας αυτοκινήτων, κατασκευαστικές, νυχτερινά κέντρα κλπ. Ανήκουν σε μέλη της οικογένειάς μου και ουδεμία οφειλή έχουν σε κανέναν», ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων απολογούμενος ο Βασίλης Στεφανάκος και πρόσθεσε για τα χρυσά κέρδη που του απέφεραν οι μπίζνες του: «Οι ετήσιοι τζίροι ανέρχονταν ειδικά τα τελευταία έξι χρόνια, δηλαδή από το 1996 μέχρι και το 2002, σε 5 δισεκατομμύρια δραχμές ετησίως και σε 15 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Το 2002 κατηγορήθηκα για πρώτη φορά για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης. Εκτοτε οι επιχειρήσεις μου είναι σχεδόν ανενεργές και έχω υποστεί τουλάχιστον δέκα βομβιστικές επιθέσεις στα μαγαζιά μου», υποστήριξε ο Στεφανάκος για τα υπέρογκα εισοδήματά του, υπονοώντας ωστόσο στη συνέχεια ότι οι επιχειρήσεις του… έπεσαν μετά τη σύλληψή του.

Ο,τι λέω το εννοώ…

Ακόμα, στην απολογία του εμφανίζεται να έχει επίγνωση των σωματικών του διαστάσεων όσο και των όσων λέγονται πίσω από την πλάτη του. Χαρακτηριστικό σημείο είναι όταν, απαντώντας στην ανακρίτρια, εξηγεί πώς προέκυψε η κωδική ονομασία «Σούμο» με την οποία τον αποκαλούσαν οι συγκατηγορούμενοί του: «Σχετικά με το ψευδώνυμο “Σούμο” που με ρωτάτε αν αναφέρεται σε μένα, αναφέρεται στη σωματική μου διάπλαση, καθόσον είμαι χόντρος. Δεν το έλεγαν μπροστά μου».

Για τις επίμαχες απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες και τα όσα φέρονται ότι ειπώθηκαν μεταξύ των συγκατηγορουμένων του ήταν σαφής: «Θέλω να επισημάνω πως ό,τι λέω το εννοώ, όταν μιλάω για τούρτα εννοώ γλύκισμα, όταν λέω τη λέξη “μπόμπα” εννοώ εκρηκτικό μηχανισμό και γενικά μιλάω απλά ελληνικά και ό,τι λέω, αυτό και εννοώ» είπε. Εξάλλου, ενέμεινε στην άρνησή του όσον αφορά το αδίκημα της συμμετοχής του στην ομάδα Βλαστού, υποστηρίζοντας ότι θεωρεί αδύνατον να ξεκινήσει στην ηλικία των 40 ετών να συμμετέχει σε εγκληματική οργάνωση και ειδικά στη συγκεκριμένη υπόθεση όπου κατηγορείται ως βοηθητικός διανομέας βομβών.

Παράλληλα, παραδέχτηκε ότι από τους συγκατηγορούμενούς του (εκτός από τον κουμπάρο του Γιάννη Σκαφτούρο) γνωρίζει δια ζώσης τους Απόστολο Πετράκη, Αριστομένη Κλεφτογιάννη και Γιώργο Τρομπούκη και τηλεφωνικά μόνο τον Παναγιώτη Βλαστό. «Τον Απόστολο Πετράκη τον γνώρισα καλοκαίρι του 2008 στον Κορυδαλλό. Τον Κλεφτογιάννη τον γνώρισα στις φυλακές Τρικάλων. Γνωρίζω, επίσης, τον Γιώργο Τρομπούκη. Τον γνώρισα το 2005. Τον ήξερα ως επιχειρηματία και ως ενδεχόμενο πελάτη μου για αγορά φορτηγών. Δεν είχα ποτέ όμως κανενός είδους δοσοληψία ή συναλλαγή μαζί του. Τον Σκαφτούρο τον γνώρισα το 1986, μετά από δύο – τρία χρόνια τού βάφτισα το παιδί. Ενεπλάκη πρώτη φορά ως συγκατηγορούμενος μου το 2002 και έκτοτε κάθε φορά που κατηγορούμαι εγώ τον βάζουν κι αυτόν μαζί μου. Τον Βλαστό τον γνωρίζω τηλεφωνικά, μέσω του Σκαφτούρου» υποστήριξε.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Είχατε αντιδικία με τον Ναστούλη Κωνσταντίνο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ουδεμία.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Γνωρίζετε εάν είχε ο Παναγιώτης Βλαστός αντιδικία με τον Ναστούλη;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ναι, γνώριζα ότι είχε κάποια αντιδικία μαζί του.

Επίσης, ο Βασίλης Στεφανάκος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι δόθηκε εντολή από εκείνον για οποιαδήποτε επίθεση βομβιστική, και μάλιστα σε ξενοδοχείο.

Η εκδίκηση της… αρραβωνιαστικιάς, κατά τον Σκαφτούρο

Στην εμπάθεια της πρώην αρραβωνιαστικιάς του Στεφανάκου απέδωσε την όλη εμπλοκή τους με τις διωκτικές αρχές ο κουμπάρος του και τρίτος κατά σειρά κατηγορούμενος Γιάννης Σκαφτούρος. Στην προχθεσινή απολογία μέσα από τις φυλακές Διαβατών όπου κρατείται, αναφέρθηκε στη γνωριμία του με τον Βασίλη Στεφανάκο και τον Παναγιώτη Βλαστό, καθώς και στις «επιχειρηματικές δραστηριότητες» που είχε με τον τελευταίο.

«Γνώρισα τον Βασίλη Στεφανάκο πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Ημασταν στην ίδια γειτονιά και είχαμε οικογενειακές σχέσεις. Η πρώτη αρραβωνιαστικιά του, για να εκδικηθεί τον Στεφανάκο και εμένα, πήγε και μας κατήγγειλε ότι είχαμε κάνει ομάδα και εκβιάζαμε καταστήματα. Το Σεπτέμβριο του 2007, όταν πρωτομπήκα φυλακή, ζήτησα να πάω στην Αλικαρνασσό επειδή εκεί σπούδαζε η κόρη μου. Με βάση όμως κάποια πληροφορία ότι δήθεν ήθελα να αποδράσω, μεταφέρθηκα στις φυλακές της Κέρκυρας. Οταν πήγα στη Κέρκυρα με έβαλαν στο ίδιο κελί με τον Παναγιώτη Βλαστό και έτσι τον γνώρισα», είπε ο κατηγορούμενος και πρόσθεσε: «Ο Βλαστός ήταν σαν ένα επιπόλαιο παιδί. Τον άκουγα να μιλάει στο τηλέφωνο για σπάσιμο επιταγών και μία φορά τον είχα ακούσει να μιλάει με τον Γούσιο που ήταν φίλος του, όπως μου είχε πει, και τον παρακαλούσε να τον βοηθήσει για το Εφετείο στο Ναύπλιο που θα γινόταν το Φεβρουάριο του 2009. Κατάλαβα, επίσης, ότι είχε κάποιες άκρες στο Εφετείο Ναυπλίου. Η συζήτηση του Βλαστού με τον Γούσιο είχε γίνει το καλοκαίρι του 2008. Θυμάμαι όταν γύρισα στην Κέρκυρα, το Σεπτέμβριο του 2008, από δικαστήριο που είχα είδα τον Βλαστό στεναχωρημένο, τον ρώτησα τι έχει και μου απάντησε: “Θυμάσαι ένα φίλο Γούσιο που είχα; Τον σκότωσαν”» ισχυρίστηκε ο Γιάννης Σκαφτούρος.

Οσο αφορά τις τηλεφωνικές του συνομιλίες με τους συγκατηγορουμένους του, ο Σκαφτούρος ισχυρίζεται ότι στην πλειονότητά τους περιέχουν… φουσκωμένα λόγια, υπερβολές και ακρότητες που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ενώ σημειώνει ότι: «Τις απομαγνητοφωνήσεις τις θεωρώ παράνομες και όσα λέγονται από εμένα ήταν στο πλαίσιο των υπερβολών που λένε οι κρατούμενοι και είναι σε συνάρτηση με τις συζητήσεις και τα θέματα που συζητούνται».